Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sitting
01
κάθισμα, θέση καθιστή
the act of assuming or maintaining a seated position
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
συνεδρία, πόζα
(photography) the act of assuming a certain position (as for a photograph or portrait)
03
συνεδρίαση, σέσιον
a session as of a legislature or court
04
συνεδρία, συνάντηση πνευματιστών
a meeting of spiritualists
sitting
01
καθιστός, σε καθιστή θέση
(of persons) having the torso erect and legs bent with the body supported on the buttocks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sitting
συγκριτικός βαθμός
more sitting
διαβαθμίσιμο
02
ακίνητος, στατικός
not moving and therefore easy to attack
Λεξικό Δέντρο
sitting
sit



























