Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Site
01
χώρος, περιοχή
an area of land on which something is, was, or will be constructed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sites
Παραδείγματα
The construction workers cleared the site for the new office building.
Οι εργάτες κατασκευής καθάρισαν τον χώρο για το νέο κτίριο γραφείων.
02
ιστοσελίδα, ιστότοπος
a set of related pages on the Internet located under a single domain name
03
τόπος, χώρος
a location where something happens or has happened
Παραδείγματα
The battle was fought at a significant site in history.
Η μάχη διεξήχθη σε ένα σημαντικό τόπο στην ιστορία.
to site
01
αποδίδω μια τοποθεσία σε, ορίζω έναν τόπο για
assign a location to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
site
γ΄ ενικό πρόσωπο
sites
ενεστώτα μετοχή
siting
απλός αόριστος
sited
παθητική μετοχή
sited



























