Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sit back
01
χαλαρώνω, καθίστε αναπαυτικά
to relax and make oneself comfortable in a sitting position
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
sit
ενεστώτας
sit back
γ΄ ενικό πρόσωπο
sits back
ενεστώτα μετοχή
sitting back
απλός αόριστος
sat back
παθητική μετοχή
sat back
Παραδείγματα
They sat back on the beach and soaked up the sun.
Κάθισαν αναπαυτικά στην παραλία και απολάμβαναν τον ήλιο.
02
κάθεται με σταυρωμένα χέρια, δεν κάνει τίποτα
to be indifferent about something that is happening
Intransitive
Παραδείγματα
We need to take action, not just sit back and wait for things to change.
Πρέπει να ενεργήσουμε, όχι απλά να κάθονται με σταυρωμένα χέρια και να περιμένουμε να αλλάξουν τα πράγματα.



























