sisterly
sis
ˈsɪs
sis
ter
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "sisterly"στα αγγλικά

01

αδελφικός, αδελφική

characteristic of a sister or like one 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sisterly
συγκριτικός βαθμός
more sisterly
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, relationships, family
Παραδείγματα
She offered her sisterly advice when her friend was going through a tough time. 

Πρόσφερε τη αδελφική της συμβουλή όταν ο φίλος της περνούσε μια δύσκολη περίοδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store