sisterly
sis
ˈsɪs
σισ
ter
tər
ταρ
ly
li
λι
/ˈsɪstəli/

Ορισμός και σημασία του "sisterly"στα αγγλικά

01

αδελφικός, αδελφική

characteristic of a sister or like one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sisterly
συγκριτικός βαθμός
more sisterly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She admired her sister 's sisterly qualities, such as her kindness and generosity towards others.
Εκτιμούσε τις αδελφικές ιδιότητες της αδελφής της, όπως η καλοσύνη και η γενναιοδωρία της προς τους άλλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store