Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sissy
01
πουστης, θηλυπρεπής
a boy or man perceived as effeminate, weak, timid, or lacking traditionally "masculine"
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sissies
Παραδείγματα
The story portrayed the character as a sissy but kind-hearted.
Η ιστορία απεικόνιζε τον χαρακτήρα ως πουστάκι αλλά καλόκαρδο.
sissy
01
θηλυπρεπής, δειλός
(of a male person) effeminate, timid, or weak
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sissiest
συγκριτικός βαθμός
sissier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He refused to do the sissy chores at home.
Αρνήθηκε να κάνει τις θηλυπρεπείς δουλειές στο σπίτι.



























