Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sir
01
κύριε, σερ
used as a respectful or polite way of referring to or addressing a man
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The young man showed great respect when addressing his elders as sir.
Ο νεαρός άνδρας έδειξε μεγάλο σεβασμό απευθυνόμενος στους μεγαλύτερους του ως κύριε.
02
κύριος, σερ
a title used before the name of knight or baronet



























