Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Siphon
01
σιφόνι, σωληνοειδές όργανο
a tubular organ in an aquatic animal (especially in mollusks) through which water can be taken in or expelled
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
siphons
02
σιφόνι, σωλήνας σιφονιού
a tube running from the liquid in a vessel to a lower level outside the vessel so that gravity forces the liquid through the tube
to siphon
01
σιφωνίζω, μεταφέρω με σιφόνι
to transfer liquid from one container to another using a tube or hose, typically by creating a vacuum or by gravity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
siphon
γ΄ ενικό πρόσωπο
siphons
ενεστώτα μετοχή
siphoning
απλός αόριστος
siphoned
παθητική μετοχή
siphoned
Παραδείγματα
He siphoned gasoline from the car's tank into a spare container using a hose.
Μετεφοδίασε βενζίνη από τη δεξαμενή του αυτοκινήτου σε ένα εφεδρικό δοχείο χρησιμοποιώντας έναν σωλήνα.
02
μεταφέρω, αποστραγγίζω με σιφόνι
convey, draw off, or empty by or as if by a siphon



























