Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to single out
[phrase form: single]
01
ξεχωρίζω, προβάλλω
to focus on a particular person or thing from a group in either a positive or negative manner
Transitive: to single out sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
single
ενεστώτας
single out
γ΄ ενικό πρόσωπο
singles out
ενεστώτα μετοχή
singling out
απλός αόριστος
singled out
παθητική μετοχή
singled out
Παραδείγματα
The art critic chose to single out one painting in the gallery, praising its unique perspective and vibrant colors.
Ο κριτικός τέχνης επέλεξε να ξεχωρίσει έναν πίνακα στην γκαλερί, επαινώντας τη μοναδική του προοπτική και τα ζωηρά χρώματα του.



























