Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to single out
01
ξεχωρίζω, προβάλλω
to focus on a particular person or thing from a group in either a positive or negative manner
Transitive: to single out sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
single
ενεστώτας
single out
γ΄ ενικό πρόσωπο
singles out
ενεστώτα μετοχή
singling out
απλός αόριστος
singled out
παθητική μετοχή
singled out
Παραδείγματα
The teacher singled out the student for their outstanding essay.
Ο δάσκαλος προώθησε τον μαθητή για το εξαιρετικό δοκίμιό του.



























