Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Singing
01
τραγούδι
the act of producing musical sounds with one's voice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
κατάθεση, πληροφοριοδότηση
disclosing information or giving evidence about another
singing
01
ρευστός, ομαλός
smooth and flowing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most singing
συγκριτικός βαθμός
more singing
διαβαθμίσιμο



























