singing
sin
ˈsɪn
sin
ging
gɪng
ging
sinkingsinningstingingswinging

Ορισμός και σημασία του "singing"στα αγγλικά

01

τραγούδι

the act of producing musical sounds with one's voice 
singing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

κατάθεση, πληροφοριοδότηση

disclosing information or giving evidence about another 
01

ρευστός, ομαλός

smooth and flowing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most singing
συγκριτικός βαθμός
more singing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, movement, quality

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store