Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to singe
01
καίω ελαφρά, ψήνω ελαφρά
to lightly burn something on the surface, causing minimal damage
Transitive: to singe sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
singe
γ΄ ενικό πρόσωπο
singes
ενεστώτα μετοχή
singeing
απλός αόριστος
singed
παθητική μετοχή
singed
Παραδείγματα
The dragon 's breath was hot enough to singe the grass as it passed over.
Η ανάσα του δράκου ήταν αρκετά ζεστή για να καψαλίσει το γρασίδι καθώς περνούσε.
02
καίω ελαφρά, ψήνω ελαφρά
to be lightly burned, usually on the surface,
Intransitive
Παραδείγματα
A few strands of her hair singed as she leaned over the barbecue.
Μερικές τρίχες από τα μαλλιά της κάηκαν ελαφρά καθώς κλίνθηκε πάνω από το μπάρμπεκιου.
Singe
01
επιφανειακό έγκαυμα
a surface burn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
singes



























