Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to simulate
01
προσομοιώνω, μιμούμαι
to match the same qualities as someone or something
Transitive: to simulate a condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
simulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
simulates
ενεστώτα μετοχή
simulating
απλός αόριστος
simulated
παθητική μετοχή
simulated
Παραδείγματα
Virtual reality technology can simulate real-world environments for training purposes.
Η τεχνολογία εικονικής πραγματικότητας μπορεί να προσομοιώσει περιβάλλοντα του πραγματικού κόσμου για σκοπούς εκπαίδευσης.
Παραδείγματα
She tried to simulate excitement when opening the disappointing gift.
Προσπάθησε να προσομοιώσει τον ενθουσιασμό όταν άνοιξε το απογοητευτικό δώρο.
03
προσομοιώνω, αναπαράγω
to recreate the look or behavior of something to make it appear real
Transitive: to simulate a behavior or appearance
Παραδείγματα
Her painting technique simulates the texture of fabric on the canvas.
Η τεχνική ζωγραφικής της προσομοιώνει την υφή του υφάσματος στον καμβά.
Λεξικό Δέντρο
dissimulate
simulated
simulation
simulate
simul



























