Simplify
volume
British pronunciation/sˈɪmplɪfˌa‌ɪ/
American pronunciation/ˈsɪmpɫəˌfaɪ/

Ορισμός και Σημασία του "simplify"

to simplify
01

απλοποιώ, διευκολύνω

to make something easier or less complex to understand, do, etc.
Transitive: to simplify sth
to simplify definition and meaning
example
Example
click on words
The teacher simplified the math problem to help the students grasp the concept.
Ο δάσκαλος απλούστευσε το μαθηματικό πρόβλημα για να βοηθήσει τους μαθητές να κατανοήσουν την έννοια.
The software update aimed to simplify the user interface for a more user-friendly experience.
Η ενημέρωση λογισμικού είχε στόχο να απλοποιήσει τη διεπαφή χρήστη για μια πιο φιλική προς το χρήστη εμπειρία.

word family

simple

Noun

simplify

Verb

oversimplify

Verb

oversimplify

Verb

simplified

Adjective

simplified

Adjective
download-mobile-app
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Langeek Mobile Application
Κατεβάστε την Εφαρμογή
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store