simplicity
simp
ˈsɪmp
simp
li
lɪ
li
ci
sɪ
si
ty
ti
ti
elasticitycomplicityspecificitypublicity

Ορισμός και σημασία του "simplicity"στα αγγλικά

01

απλότητα, ευκολία

the state of being uncomplicated, straightforward, or free from complexity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The beauty of her design lies in its simplicity and elegance. 

Η ομορφιά του σχεδίου της βρίσκεται στην απλότητα και την κομψότητα του.

02

απλότητα, αφέλεια

a lack of penetration or subtlety 
03

απλότητα, ευκολία

freedom from difficulty or hardship or effort 
04

απλότητα, λιτότητα

lack of ornamentation 
05

απλότητα, φυσικότητα

absence of affectation or pretense 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

simplicity
simple
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store