simpleton
sim
ˈsɪm
σιμ
ple
pəl
παλ
ton
tən
ταν
singleton

Ορισμός και σημασία του "simpleton"στα αγγλικά

01

απλοϊκός, ανόητος

a person foolish, gullible, or lacking sense 
simpleton definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
simpletons
Παραδείγματα
That simpleton fell for the fake lottery scam. 

Αυτός ο απλοϊκός έπεσε στην απάτη του ψεύτικου λαχείου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store