to sign on
sign
saɪn
sain
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "sign on"στα αγγλικά

to sign on
01

υπογράφω συμβόλαιο, προσλαμβάνομαι

to sign a contract agreeing to work for someone 
to sign on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
sign
ενεστώτας
sign on
γ΄ ενικό πρόσωπο
signs on
ενεστώτα μετοχή
signing on
απλός αόριστος
signed on
παθητική μετοχή
signed on

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store