siege
siege
siʤ
sij
singesieve

Ορισμός και σημασία του "siege"στα αγγλικά

01

πολιορκία, αποκλεισμός

the act of surrounding the enemy, a town, etc. and cutting off their supplies so that they would surrender 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sieges
Παραδείγματα
The city endured a prolonged siege as enemy forces surrounded it, cutting off all supply routes. 

Η πόλη υπέμεινε μια παρατεταμένη πολιορκία καθώς οι εχθρικές δυνάμεις την περιέκλεισαν, αποκόπτοντας όλες τις διαδρομές προμήθειας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store