Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Siding
01
παρυφής γραμμή, γραμμή εξυπηρέτησης
a short track connected to a main track, used for loading, unloading, or storing trains
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sidings
Παραδείγματα
The freight train was parked on the siding.
Το τρένο εμπορευμάτων ήταν σταθμευμένο στην πλευρική γραμμή.
02
επένδυση, πλευρική επένδυση
material applied to the outside of a building to make it weatherproof
Λεξικό Δέντρο
subsiding
siding
side



























