sidewalk
side
ˈsaɪd
said
walk
wɔ:k
vawk

Ορισμός και σημασία του "sidewalk"στα αγγλικά

01

πεζοδρόμιο, βάθρο

a pathway typically made of concrete or asphalt at the side of a street for people to walk on 
Dialectamerican flagAmerican
pavementbritish flagBritish
sidewalk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sidewalks
Παραδείγματα
She walked along the sidewalk on her way to the bus stop. 

Περπατούσε κατά μήκος του πεζοδρομίου στο δρόμο της προς τη στάση του λεωφορείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store