side effect
side
ˈsaɪd
said
e
ɪ
i
ffect
ˌfɛkt
fekt

Ορισμός και σημασία του "side effect"στα αγγλικά

01

παρενέργεια

a secondary effect of any drug or medicine, usually an undesirable one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
side effects
Παραδείγματα
While the new medication effectively managed her symptoms, she was concerned about the potential side effects, including nausea and fatigue. 

Ενώ το νέο φάρμακο διαχειρίστηκε αποτελεσματικά τα συμπτώματά της, ανησυχούσε για τις πιθανές παρενέργειες, συμπεριλαμβανομένων ναυτίας και κόπωσης.

02

παρενέργεια, ακούσια συνέπεια

a result of a situation or action that was not meant to happen 
Παραδείγματα
The new policy aimed to boost economic growth, but an unintended side effect was increased inflation. 

Η νέα πολιτική αποσκοπούσε στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά μια ακούσια παρενέργεια ήταν η αύξηση του πληθωρισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store