sickroom
sick
ˈsɪk
σικ
room
ru:m
ρουμ
/sˈɪkɹuːm/

Ορισμός και σημασία του "sickroom"στα αγγλικά

01

ασθενής δωμάτιο, ιατρείο

a designated space for unwell individuals to rest and receive care
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sickrooms
Παραδείγματα
In the sickroom, a chair is placed for visitors to sit and chat with the recovering person.
Στο δωμάτιο ασθενών, μια καρέκλα τοποθετείται για τους επισκέπτες να καθίσουν και να συζητήσουν με το άτομο που αναρρώνει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store