Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sicken
01
προκαλώ αηδία, προκαλώ οργή
to cause strong offense to someone's morals
Transitive: to sicken sb
Παραδείγματα
His callous remarks sickened everyone at the meeting.
Τα ασυγκίνητα σχόλιά του αηδίασαν όλους στη συνάντηση.
02
αρρωσταίνω, γίνομαι άρρωστος
to become ill or sick
Intransitive
Παραδείγματα
Several crew members began to sicken during the voyage.
Πολλά μέλη του πληρώματος άρχισαν να αρρωσταίνουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
03
αρρωσταίνω, αδυνατίζω
to cause someone to feel ill or unwell
Transitive: to sicken sb
Παραδείγματα
Drinking unfiltered water from the river sickened the hikers.
Το πόσιμο μη φιλτραρισμένου νερού από το ποτάμι αρρώστησε τους πεζοπόρους.
04
προκαλώ ναυτία, προκαλώ αηδία
to cause someone to feel upset or queasy
Transitive: to sicken sb
Παραδείγματα
The sight of the unclean hospital room sickened the visitor.
Η θέα του βρώμικου νοσοκομειακού δωματίου προκάλεσε ναυτία στον επισκέπτη.
Λεξικό Δέντρο
sickening
sicken



























