Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sicken
01
προκαλώ αηδία, προκαλώ οργή
to cause strong offense to someone's morals
Transitive: to sicken sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sicken
γ΄ ενικό πρόσωπο
sickens
ενεστώτα μετοχή
sickening
απλός αόριστος
sickened
παθητική μετοχή
sickened
Παραδείγματα
The cruel treatment of animals sickened the activists.
Η σκληρή μεταχείριση των ζώων αηδίασε τους ακτιβιστές.
02
αρρωσταίνω, γίνομαι άρρωστος
to become ill or sick
Intransitive
Παραδείγματα
After eating the spoiled seafood, he began to sicken.
Αφού έφαγε τα χαλασμένα θαλασσινά, άρχισε να αρρωσταίνει.
03
αρρωσταίνω, αδυνατίζω
to cause someone to feel ill or unwell
Transitive: to sicken sb
Παραδείγματα
The contaminated water sickened many villagers.
Το μολυσμένο νερό αρρώστησε πολλούς χωρικούς.
04
προκαλώ ναυτία, προκαλώ αηδία
to cause someone to feel upset or queasy
Transitive: to sicken sb
Παραδείγματα
The gory details of the story sickened him to his stomach.
Οι αιματηρές λεπτομέρειες της ιστορίας τον έκαναν να αισθάνεται αηδία μέχρι το στομάχι του.
Λεξικό Δέντρο
sickening
sicken



























