Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sick pay
01
αποδοχές ασθενείας, επίδομα ασθενείας
the money that an employee receives from their employer when they are unable to work due to illness or injury
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He received sick pay for the two days he was off work with a cold.
Λάμβανε αποδοχές ασθενείας για τις δύο ημέρες που απουσίαζε από την εργασία λόγω κρυολογήματος.



























