sic
Pronunciation
/ˈsɪk/

Ορισμός και σημασία του "sic"στα αγγλικά

01

σκόπιμα γραμμένο έτσι, όπως είναι

intentionally so written (used after a printed word or phrase)
γραμματικές πληροφορίες
to sic
01

υποκινώ, εξαπολύω (το σκύλο) για επίθεση

to incite or set (a dog or other animal) onto someone or something, typically as an attack or to pursue aggressively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sic
γ΄ ενικό πρόσωπο
sics
ενεστώτα μετοχή
siccing
απλός αόριστος
sicced
παθητική μετοχή
sicced
Παραδείγματα
If the thief attempts to break in again, the homeowner will sic their trained guard dog on them.
Αν ο κλέφτης προσπαθήσει να μπει ξανά, ο ιδιοκτήτης θα επιτεθεί με το εκπαιδευμένο σκύλο φύλακάς του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store