sibilant
si
ˈsɪ
si
bi
bi
lant
lənt
lēnt

Ορισμός και σημασία του "sibilant"στα αγγλικά

01

συριστικό, συριστικό σύμφωνο

(phonetics) a consonant that makes a hissing sound when pronounced 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sibilants
01

συριστικός, σιγμοειδής

(of a speech sound) having a hissing or hushing effect, as in "s," "sh," or "z" 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sibilant
συγκριτικός βαθμός
more sibilant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In her phonetic analysis, the linguist noted the speaker's tendency to prolong final sibilant consonants. 

Στη φωνητική της ανάλυση, η γλωσσολόγος σημείωσε την τάση του ομιλητή να επιμηκύνει τα τελικά συριστικά σύμφωνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store