shyster
shys
ˈʃaɪs
σαισ
ter
τα

Ορισμός και σημασία του "shyster"στα αγγλικά

01

ανέντιμος δικηγόρος, ανήθικος δικηγόρος

a lawyer or professional regarded as unscrupulous, dishonest, or unethical 
Dialectamerican flagAmerican
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shysters
Παραδείγματα
That shyster tried to charge me twice for the same service. 

Αυτός ο ανέντιμος δικηγόρος προσπάθησε να με χρεώσει δύο φορές για την ίδια υπηρεσία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store