to shut off
Pronunciation
/ʃˈʌt ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "shut off"στα αγγλικά

to shut off
01

κόβω, σταματώ

stem the flow of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
shut
ενεστώτας
shut off
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuts off
ενεστώτα μετοχή
shutting off
απλός αόριστος
shut off
παθητική μετοχή
shut off
02

αποκόπτω, κλείνω

to stop or close off the flow or passage of something
Παραδείγματα
The city shut off traffic to clear the accident on the highway.
Η πόλη έκλεισε την κυκλοφορία για να καθαρίσει το ατύχημα στην εθνική οδό.
03

απομονώνω, διαχωρίζω

isolate or separate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store