to shut off
shut
ʃʌt
shat
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "shut off"στα αγγλικά

to shut off
01

κόβω, σταματώ

stem the flow of 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
shut
ενεστώτας
shut off
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuts off
ενεστώτα μετοχή
shutting off
απλός αόριστος
shut off
παθητική μετοχή
shut off
02

αποκόπτω, κλείνω

to stop or close off the flow or passage of something 
Παραδείγματα
He shut off the water supply to fix the leaking pipe. 

Έκλεισε την παροχή νερού για να επισκευάσει το σωλήνα που διαρρέει.

03

απομονώνω, διαχωρίζω

isolate or separate 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store