to shut in
shut
ʃʌt
shat
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "shut in"στα αγγλικά

to shut in
01

περικλείω, περικυκλώνω

to encircle something entirely from all sides 
to shut in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
shut
ενεστώτας
shut in
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuts in
ενεστώτα μετοχή
shutting in
απλός αόριστος
shut in
παθητική μετοχή
shut in
Παραδείγματα
She shut the garden in with a beautiful hedge. 

Περικύκλωσε τον κήπο με ένα όμορφο φράχτη.

02

κλείνω μέσα, περιορίζω

to restrict or confine within a closed area 
Παραδείγματα
He shut the cat in the bedroom for a while to keep it safe. 

Έκλεισε τη γάτα στο υπνοδωμάτιο για λίγο για να την κρατήσει ασφαλή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store