Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shut in
[phrase form: shut]
01
περικλείω, περικυκλώνω
to encircle something entirely from all sides
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
shut
ενεστώτας
shut in
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuts in
ενεστώτα μετοχή
shutting in
απλός αόριστος
shut in
παθητική μετοχή
shut in
Παραδείγματα
The fence shut the playground in for safety reasons.
Ο φράκτης περικύκλωσε την παιδική χαρά για λόγους ασφαλείας.
02
κλείνω μέσα, περιορίζω
to restrict or confine within a closed area
Παραδείγματα
The security measures shut the visitors in the waiting area until clearance.
Τα μέτρα ασφαλείας έκλεισαν τους επισκέπτες στην αίθουσα αναμονής μέχρι να εκδοθεί η άδεια.



























