Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shut away
01
κλείνω μέσα, απομονώνω
place in a place where something cannot be removed or someone cannot escape
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
shut
ενεστώτας
shut away
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuts away
ενεστώτα μετοχή
shutting away
απλός αόριστος
shut away
παθητική μετοχή
shut away



























