Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shut-in
01
απομονωμένος, άτομο περιορισμένο στο σπίτι
(of a person) confined indoors, particularly due to illness or having a physical or mental disability
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shut-ins
Παραδείγματα
The family of the shut-in ensured he had everything he needed while staying indoors.
Η οικογένεια του απομονωμένου διασφάλισε ότι είχε όλα όσα χρειαζόταν ενώ παρέμενε σε εσωτερικούς χώρους.
shut-in
01
περιορισμένος, απομονωμένος
confined usually by illness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shut-in
συγκριτικός βαθμός
more shut-in
διαβαθμίσιμο
02
απομονωμένος, εσωστρεφής
somewhat introverted



























