to shun
shun
ʃʌn
shan
donespuntonnebrunn

Ορισμός και σημασία του "shun"στα αγγλικά

to shun
01

αποφεύγω, απομακρύνομαι

to deliberately avoid, ignore, or keep away from someone or something 
Transitive: to shun sb/sth
to shun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shun
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuns
ενεστώτα μετοχή
shunning
απλός αόριστος
shunned
παθητική μετοχή
shunned
Παραδείγματα
The celebrity chose to shun the limelight for a while, seeking privacy away from the public eye. 

Η διασημότητα επέλεξε να αποφύγει το φως της δημοσιότητας για κάποιο διάστημα, αναζητώντας ιδιωτικότητα μακριά από τα μάτια του κοινού.

Λεξικό Δέντρο

shunning
shun
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store