Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shun
01
αποφεύγω, απομακρύνομαι
to deliberately avoid, ignore, or keep away from someone or something
Transitive: to shun sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shun
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuns
ενεστώτα μετοχή
shunning
απλός αόριστος
shunned
παθητική μετοχή
shunned
Παραδείγματα
The celebrity chose to shun the limelight for a while, seeking privacy away from the public eye.
Η διασημότητα επέλεξε να αποφύγει το φως της δημοσιότητας για κάποιο διάστημα, αναζητώντας ιδιωτικότητα μακριά από τα μάτια του κοινού.



























