Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shumac
01
σουμάκι, δένδρο σουμάκι
a shrub or tree of the genus Rhus (usually limited to the non-poisonous members of the genus)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shumacs



























