Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shuffling
01
ανακάτεμα, ανακατώντας
the act of mixing cards haphazardly
02
σέρσιμο, περπάτημα με αργή κίνηση χωρίς να σηκώνεις τα πόδια σου
walking with a slow dragging motion without lifting your feet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reshuffling
shuffling
shuffle



























