shuffling
Pronunciation
/ˈʃəˈfʊɫɪŋ/, /ˈʃəfɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "shuffling"στα αγγλικά

01

ανακάτεμα, ανακατώντας

the act of mixing cards haphazardly
shuffling definition and meaning
02

σέρσιμο, περπάτημα με αργή κίνηση χωρίς να σηκώνεις τα πόδια σου

walking with a slow dragging motion without lifting your feet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

reshuffling
shuffling
shuffle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store