shtick
shtick
ʃtɪk
shtik
stick
schtick
schtik
shtik

Ορισμός και σημασία του "shtick"στα αγγλικά

01

το κωμικό στυλ, το διακριτικό σήμα

(Yiddish) a comedian's distinctive style, routine, or comedic gimmick that sets them apart from others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shticks
Παραδείγματα
The comedian's shtick involves self-deprecating humor and witty observations about everyday life. 

Το shtick του κωμικού περιλαμβάνει αυτοσαρκαστικό χιούμορ και πνευματώδεις παρατηρήσεις για την καθημερινή ζωή.

02

(Γίντις) μια φάρσα ή μια κλόουν, (Γίντις) ένα αστείο ή μια κλόουν

(Yiddish) a prank or piece of clowning 
03

κόλπο, εξαπάτηση

(Yiddish) a devious trick; a bit of cheating 
04

λίγο, κομμάτι

(Yiddish) a little; a piece 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store