Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bedraggled
01
ατημέλητος, απεριποίητος
looking messy, wet, and soiled, as if having been pulled through mud or rain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bedraggled
συγκριτικός βαθμός
more bedraggled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bedraggled puppy shivered in the rain.
Το κουτάβι βρεγμένο και βρώμικο τρέμει στη βροχή.
02
εξαθλιωμένος, παλαιωμένος
worn-out, neglected, or falling apart, either physically or figuratively
Παραδείγματα
The bedraggled old house stood abandoned for years.
Το παλιομοδίτικο παλιό σπίτι παρέμεινε εγκαταλελειμμένο για χρόνια.



























