Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to showcase
01
παρουσιάζω, εκθέτω
to prominently display or present something to attract attention and admiration
Transitive: to showcase artifacts or products
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
showcase
γ΄ ενικό πρόσωπο
showcases
ενεστώτα μετοχή
showcasing
απλός αόριστος
showcased
παθητική μετοχή
showcased
Παραδείγματα
The fashion event is showcasing the designer's latest collection on the runway.
Η εκδήλωση μόδας παρουσιάζει την τελευταία συλλογή του σχεδιαστή στο διάδρομο.
Showcase
01
βιτρίνα, έκθεση
an event that is intended to emphasize the positive aspects of someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
showcases
02
βιτρίνα, προθήκη
a glass container used to store and display items in a shop or museum or home
Λεξικό Δέντρο
showcase
show
case



























