Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bedizen
01
στολίζω με περίεργο τρόπο, ντύνομαι με φανταχτερό τρόπο
to dress or decorate in a flashy, showy, or tasteless way
Transitive: to bedizen sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bedizen
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedizens
ενεστώτα μετοχή
bedizening
απλός αόριστος
bedizened
παθητική μετοχή
bedizened
Παραδείγματα
She was bedizened with cheap jewelry and glittering scarves.
Ήταν στολισμένη με φθηνά κοσμήματα και γυαλιστερές κασκόλ.



























