Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bedizen
01
στολίζω με περίεργο τρόπο, ντύνομαι με φανταχτερό τρόπο
to dress or decorate in a flashy, showy, or tasteless way
Transitive: to bedizen sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bedizen
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedizens
ενεστώτα μετοχή
bedizening
απλός αόριστος
bedizened
παθητική μετοχή
bedizened
Παραδείγματα
Critics said the stage was bedizened rather than elegantly designed.
Οι κριτικοί είπαν ότι η σκηνή ήταν στολισμένη με φανταχτερό τρόπο παρά κομψά σχεδιασμένη.



























