Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
short-horned grasshopper
/ʃˈɔːɹthˈɔːɹnd ɡɹˈæshɑːpɚ/
Short-horned grasshopper
01
ακρίδα με κοντά κέρατα, ακρίδα με κοντές κεραίες
a grasshopper species characterized by its short antennae and throat spurs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
short-horned grasshoppers



























