Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shop assistant
01
υπάλληλος καταστήματος, πωλητής
someone whose job is to serve or help customers in a shop
Dialect
British
Παραδείγματα
The shop assistant offered to wrap the purchase as a complimentary service.
Ο υπάλληλος του καταστήματος προσφέρθηκε να τυλίξει την αγορά ως δωρεάν υπηρεσία.



























