Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shops
Παραδείγματα
She visited the local shop to pick up some groceries.
Επισκέφτηκε το τοπικό κατάστημα για να πάρει μερικά είδη παντοπωλείου.
02
εργαστήριο, κατάστημα χειροτεχνίας
small workplace where handcrafts or manufacturing are done
03
εργαστήριο, μάθημα επαγγελματικής κατάρτισης
a course of instruction in a trade (as carpentry or electricity)
to shop
01
ψωνίζω, κάνω αγορές
to look for and buy different things from stores or websites
Intransitive: to shop for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shop
γ΄ ενικό πρόσωπο
shops
ενεστώτα μετοχή
shopping
απλός αόριστος
shopped
παθητική μετοχή
shopped
Παραδείγματα
Consumers enjoy shopping for clothing during seasonal sales.
Οι καταναλωτές απολαμβάνουν να ψωνίζουν ρούχα κατά τις εποχικές εκπτώσεις.
02
ψωνίζω, αγοράζω
to look through the available items or selection of goods in a store or collection
Transitive: to shop a store
Παραδείγματα
She shopped the local market for fresh vegetables and fruits.
Αγόρασε** στο τοπικό αγορά για φρέσκα λαχανικά και φρούτα.
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He decided to shop his coworker after witnessing the theft.
Αποφάσισε να καταδώσει τον συνάδελφό του αφού είδε την κλοπή.
04
ψωνίζω, κάνω περίπατο στα μαγαζιά
to explore or review items that are available for purchase in a store or market
Intransitive
Παραδείγματα
She spent the afternoon shopping and browsing through various stores at the mall.
Πέρασε το απόγευμα ψωνίζοντας και κοιτάζοντας διάφορα καταστήματα στο εμπορικό κέντρο.



























