Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shops
Παραδείγματα
The flower shop was filled with vibrant bouquets and arrangements.
Το κατάστημα λουλουδιών ήταν γεμάτο με ζωηρά μπουκέτα και διατάξεις.
02
εργαστήριο, κατάστημα χειροτεχνίας
small workplace where handcrafts or manufacturing are done
03
εργαστήριο, μάθημα επαγγελματικής κατάρτισης
a course of instruction in a trade (as carpentry or electricity)
to shop
01
ψωνίζω, κάνω αγορές
to look for and buy different things from stores or websites
Intransitive: to shop for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shop
γ΄ ενικό πρόσωπο
shops
ενεστώτα μετοχή
shopping
απλός αόριστος
shopped
παθητική μετοχή
shopped
Παραδείγματα
Last week, she shopped for new electronics during a sale.
Την περασμένη εβδομάδα, ψώνισε για νέα ηλεκτρονικά κατά τη διάρκεια μιας έκπτωσης.
02
ψωνίζω, αγοράζω
to look through the available items or selection of goods in a store or collection
Transitive: to shop a store
Παραδείγματα
The customer shopped the boutique for a dress suitable for the party.
Ο πελάτης ψώνισε στο μπουτίκ για ένα φόρεμα κατάλληλο για το πάρτι.
informal
Παραδείγματα
Her decision to shop her friends led to a rift in their relationships.
Η απόφασή της να καταδώσει τους φίλους της οδήγησε σε ρήξη στις σχέσεις τους.
04
ψωνίζω, κάνω περίπατο στα μαγαζιά
to explore or review items that are available for purchase in a store or market
Intransitive
Παραδείγματα
He took his time shopping, browsing all the aisles for something special.
Πήρε τον χρόνο του για να ψωνίσει, περιηγούμενος όλους τους διαδρόμους για κάτι ξεχωριστό.



























