Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shoot for
01
στοχεύω, προσπαθώ να επιτύχω
to attempt to achieve something, particularly a difficult goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
shoot
ενεστώτας
shoot for
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoots for
ενεστώτα μετοχή
shooting for
απλός αόριστος
shot for
παθητική μετοχή
shot for
Παραδείγματα
She decided to shoot for a top place in the national competition.
Αποφάσισε να στοχεύσει σε μια κορυφαία θέση στον εθνικό διαγωνισμό.



























