Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bedding
01
κλινοσκεπάσματα, πάπλωμα
coverings that are used on a bed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beddings
02
κλινοσκεπάσματα, υλικό κλίνης
material placed beneath animals to provide a clean, dry, and comfortable surface
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bedding
bed



























