Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bedaub
01
αλείφω, λαδώνω
to smear or cover something with a sticky or greasy substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bedaub
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedaubs
ενεστώτα μετοχή
bedaubing
απλός αόριστος
bedaubed
παθητική μετοχή
bedaubed
Παραδείγματα
She bedaubs her face with glitter before going to the party.
Εκείνη καλύπτει το πρόσωπό της με γκλίτερ πριν πάει στο πάρτι.



























