to bedaub
be
bi
daub
ˈdɔ:b
dawb

Ορισμός και σημασία του "bedaub"στα αγγλικά

to bedaub
01

αλείφω, λαδώνω

to smear or cover something with a sticky or greasy substance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bedaub
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedaubs
ενεστώτα μετοχή
bedaubing
απλός αόριστος
bedaubed
παθητική μετοχή
bedaubed
Παραδείγματα
She bedaubs her face with glitter before going to the party. 

Εκείνη καλύπτει το πρόσωπό της με γκλίτερ πριν πάει στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store