to shoehorn
Pronunciation
/ˈʃuˌhɔɹn/

Ορισμός και σημασία του "shoehorn"στα αγγλικά

to shoehorn
01

σπρώχνω με τη βία, στριμώχνω

to force something into a tight or confined space
Transitive: to shoehorn sth somewhere
to shoehorn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shoehorn
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoehorns
ενεστώτα μετοχή
shoehorning
απλός αόριστος
shoehorned
παθητική μετοχή
shoehorned
Παραδείγματα
In the crowded garage, they had to shoehorn the bikes against the wall to fit them all.
Στο γεμάτο γκαράζ, έπρεπε να σφίξουν τα ποδήλατα στον τοίχο για να τα χωρέσουν όλα.
01

υποδηματολόγος, εργαλείο για να βάζεις τα παπούτσια

a device used for easing the foot into a shoe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shoehorns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store