to shoehorn
shoe
ˈʃu:
shoo
horn
hɔ:n
hawn
shopworn

Ορισμός και σημασία του "shoehorn"στα αγγλικά

to shoehorn
01

σπρώχνω με τη βία, στριμώχνω

to force something into a tight or confined space 
Transitive: to shoehorn sth somewhere
to shoehorn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shoehorn
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoehorns
ενεστώτα μετοχή
shoehorning
απλός αόριστος
shoehorned
παθητική μετοχή
shoehorned
Παραδείγματα
He had to shoehorn the large suitcase into the cramped closet. 

Έπρεπε να χώσει τη μεγάλη βαλίτσα στον στενό ντουλάπι.

01

υποδηματολόγος, εργαλείο για να βάζεις τα παπούτσια

a device used for easing the foot into a shoe 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shoehorns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store