Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shoehorn
01
σπρώχνω με τη βία, στριμώχνω
to force something into a tight or confined space
Transitive: to shoehorn sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shoehorn
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoehorns
ενεστώτα μετοχή
shoehorning
απλός αόριστος
shoehorned
παθητική μετοχή
shoehorned
Παραδείγματα
In the crowded garage, they had to shoehorn the bikes against the wall to fit them all.
Στο γεμάτο γκαράζ, έπρεπε να σφίξουν τα ποδήλατα στον τοίχο για να τα χωρέσουν όλα.
Shoehorn
01
υποδηματολόγος, εργαλείο για να βάζεις τα παπούτσια
a device used for easing the foot into a shoe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shoehorns
Λεξικό Δέντρο
shoehorn
shoe
horn



























