shock therapy
shock
ˈʃɑ:k
σακ
the
θɛ
θε
ra
ρα
py
pi
πι
/ʃˈɒk θˈɛɹəpi/

Ορισμός και σημασία του "shock therapy"στα αγγλικά

01

θεραπεία σοκ, ηλεκτροσπασμοθεραπεία

a method of treating certain mental illnesses by effecting physiological shock or by electroconvulsive therapy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store