shithead
shit
ˈʃɪt
shit
head
hɛd
hed
shitload

Ορισμός και σημασία του "shithead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

an unpleasant, stupid, or annoying person 
Dialectamerican flagAmerican
shithead definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitheads
Παραδείγματα
The shithead in the truck threw trash out his window right in front of me. 

Ο ηλίθιος στο φορτηγό πέταξε σκουπίδια από το παράθυρό του ακριβώς μπροστά μου.

Λεξικό Δέντρο

shithead

shit

+

head

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store