shipwreck
Pronunciation
/ˈʃɪpɹɛk/

Ορισμός και σημασία του "shipwreck"στα αγγλικά

01

ναυάγιο, ερείπιο πλοίου

a ship that is destroyed or sunk at sea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shipwrecks
02

ναυάγιο, ατύχημα πλοίου

an accident that destroys a ship at sea
03

ναυάγιο, ανεπανόρθωτη απώλεια

an irretrievable loss
to shipwreck
01

ναυάγιο, καταστρέφω ένα πλοίο

destroy a ship
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shipwreck
γ΄ ενικό πρόσωπο
shipwrecks
ενεστώτα μετοχή
shipwrecking
απλός αόριστος
shipwrecked
παθητική μετοχή
shipwrecked
02

προκαλώ ναυάγιο, κάνω ένα πλοίο να βυθιστεί

cause to experience shipwreck
03

ναυάγιο, καταστρέφω ολοκληρωτικά

ruin utterly
04

αποτυγχάνω, ναυαγώ

suffer failure, as in some enterprise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store