shipway
ship
ˈʃɪp
ship
way
weɪ
vei
slipway

Ορισμός και σημασία του "shipway"στα αγγλικά

01

ναυπηγική κλίνη, ράμπα εκτόξευσης

a sloped platform or structure on which a ship is constructed or from which it is launched into the water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shipways
Παραδείγματα
The vessel stood proudly on the shipway, ready for its maiden launch. 

Το πλοίο στέκονταν περήφανα στο ναυπηγική κλίνη, έτοιμο για την πρώτη του καθέλκυση.

02

κανάλι αρκετά μεγάλο για ωκεάνια πλοία, πλωτή οδός για ωκεάνια σκάφη

a canal large enough for seagoing vessels 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store