Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shipway
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shipways
Παραδείγματα
The vessel stood proudly on the shipway, ready for its maiden launch.
Το πλοίο στέκονταν περήφανα στο ναυπηγική κλίνη, έτοιμο για την πρώτη του καθέλκυση.
02
κανάλι αρκετά μεγάλο για ωκεάνια πλοία, πλωτή οδός για ωκεάνια σκάφη
a canal large enough for seagoing vessels
Λεξικό Δέντρο
shipway
ship
way



























