shipway
Pronunciation
/ʃˈɪpweɪ/

Ορισμός και σημασία του "shipway"στα αγγλικά

01

ναυπηγική κλίνη, ράμπα εκτόξευσης

a sloped platform or structure on which a ship is constructed or from which it is launched into the water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shipways
Παραδείγματα
The old shipyard still had a wooden shipway from the early 1900s.
Το παλιό ναυπηγείο είχε ακόμα ένα ξύλινο ναυπηγικό κλίτος από τις αρχές του 1900.
02

κανάλι αρκετά μεγάλο για ωκεάνια πλοία, πλωτή οδός για ωκεάνια σκάφη

a canal large enough for seagoing vessels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store